Δικαιώματα του ενεχυροδανειστή που απορρέουν από ρυθμίσεις

Το ενεχυροδανειστήριο από τη στιγμή που η απαίτησή του έγινε απαιτητή έχει δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, αν έχει εκτελεστό τίτλο, ή να προκαλέσει ρύθμιση οφειλών για την πώλησή του με πλειστηριασμό. Η πώληση γίνεται όπως η πώληση κινητού που έχει κατασχεθεί. Η πώληση πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς. 

Επειδή, ο πλειστηριασμός του άρθρου 1237 ΑΚ δεν ευρίσκει θέση εντός του πλαισίου του άρθρου 1021 ΚΠολΔ. Είναι αναγκαστικός πλειστηριασμός που κινείται εντός του πλαισίου της αναγκαστικής εκτελέσεως των άρθρων 904 επ. ΚΠΟΛΔ χωρίς επιβολή κατασχέσεως.

Επειδή, στη περίπτωση που επισπεύδεται πλειστηριασμός κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως του καθού η εκτέλεση από ενεχυροδανειστήριο, έχουν δικαίωμα αναγγελίας όσοι διαθέτουν ειδικά προνόμιο στο πλειστηριαζόμενο πράγμα δανειστές καθώς και ο σύνδικος για λογαριασμό της ομάδας. Αν περισσότερα πράγματα βαρύνονται με ενέχυρο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να εκποιήσει τόσα μόνο όσα απαιτούνται για την ικανοποίησή του.

Είναι άκυρη η ρύθμιση οφειλών που γίνεται προτού καταστεί απαιτητό το ασφαλιζόμενο χρέος, σύμφωνα με την οποία αν ο δανειστής δεν ικανοποιηθεί εμπρόθεσμα, η κυριότητα του πράγματος περιέρχεται ή πρέπει να μεταβιβαστεί σ' αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία, με την οποία ο δανειστής απαλλάσσεται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από τις διατυπώσεις για την εκποίηση του πράγματος. Mε τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση κατά τους όρους του νόμου ο αγοραστής αποκτά την κυριότητα του πράγματος ελεύθερη από βάρη. Δεν επέρχεται όμως απόσβεση της τυχόν επικαρπίας που υπάρχει πάνω στο πράγμα πριν από τη σύσταση του ενεχύρου.

Κατά το ποσόν που το εκπλειστηρίασμα περιέρχεται στο ενεχυροδανειστήριο για την ικανοποίηση της απαίτησής του, η απαίτηση θεωρείται ότι εξοφλήθηκε από τον ενεχυραστή. Κατά το υπόλοιπο το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα. Κατά την πώληση του πράγματος από το δα­νειστή ο ενεχυραστής λογίζεται υπέρ του δανειστή ως κύριος, εκτός αν ο δανειστής γνωρίζει ότι δεν είναι κύριος.

Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως: 
  • με την απόσβεση της απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, 
  • με την απόδοση του πράγματος από το δανειστή στον ενεχυραστή ή στον κύριο, 
  • με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο, 
  • με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότη­τας και του δικαιώματος του ενεχύρου. 
Στο ενέχυρο ανωνύμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ρυθμιση οφειλων. Αν οι τίτλοι αυτοί παραδόθηκαν στον ενεχυρούχο δανειστή, το ενέχυρο εκτείνεται και στα προσαρτημένα τοκομερίδια και μερισματόγραφα.

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε δικαίωμα, εφόσον αυτό είναι μεταβιβάσιμο. Η σύσταση γίνεται κατά τον τρόπο που γίνεται και η μεταβίβαση του δικαιώματος. Η σύμβαση για τη σύ­σταση του ενεχύρου απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία. Η διάταξη του άρθρου 1251 Α.Κ. δεν αποκλείει την ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή σύμφωνα με τον κοινό τύπο της ενεχυράσεως απαιτήσεως, των άρθρων 1247, 1248 Α.Κ. 

Εφ' όσον το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, το ενεχυροδανειστηριο έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την ενεχυριασμένη απαίτηση, αν δεν είναι χρηματική. Από την είσπραξη ο δανειστής έχει ενέχυρο σε πράγμα του ενεχυριαστή. Στην περίπτωση του προηγούμενου άρ­θρου, αν η ενεχυριασμένη απαίτηση είναι χρηματική, την είσπραξη έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να κάνουν από κοινού το ενεχυροδανεισήηριο Αθηνών και ο ενεχυριαστής. Αντί για είσπραξη ή μετά από αυτήν έχει δικαίωμα καθένας απ' αυτούς να απαιτήσει την ασφαλή και έντοκη τοποθέτηση των χρημάτων με την επιφύλαξη του δικαιώματος του ενεχύρου. Το είδος της τοποθέτησης ορίζει ο ενεχυραστής.